μικροκαμωμένος
επίθετοΠου έχει μικρή σωματική διάπλαση, με σχετικά μικρό, λεπτό ή λιγότερο ογκώδες σώμα.
Συνώνυμα
μικρόσωμος κοντοκαμωμένος ψιλόλιγνος λεπτός λιγνός αδύνατος στενόσωμος μικρός κοντούλης λιλιπούτειος μικροσκοπικός μικρότατος κοκαλιάρης κοντός
Αντώνυμα
μεγαλόσωμος μεγαλοκαμωμένος γεροδεμένος επιβλητικός γυμνασμένος δυνατός παχύς ευτραφής ψηλός γίγαντας μεγάλος ισχυρός κολοσσιαίος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Νίκος είναι πολύ μικροκαμωμένος, αλλά έχει μεγάλη δύναμη.
- Η Μαρία είναι μικροκαμωμένη και δυσκολεύεται να βρει ρούχα στο μέγεθός της.
- Παρά το ότι είναι μικροκαμωμένος, κινείται γρήγορα στο γήπεδο.
- Η μικροκαμωμένη γυναίκα πέρασε εύκολα μέσα από το πλήθος.
- Το παιδί είναι τόσο μικροκαμωμένο που χρειάζεται ειδικό κάθισμα.
- Οι μικροκαμωμένοι ταξιδιώτες έδειχναν πιο άνετοι στο γεμάτο λεωφορείο.