συντριμμένος
επίθετο1. Που έχει καταβεβληθεί πολύ ψυχικά ή συναισθηματικά από έντονη λύπη, πόνο ή απογοήτευση.
2. Που έχει υποστεί μεγάλη φθορά ή ζημιά και δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση.
Συνώνυμα
καταρρακωμένος σμπαραλιασμένος απαρηγόρητος διαλυμένος τσακισμένος σπασμένος ηττημένος κατεστραμμένος πληγωμένος απογοητευμένος καταβεβλημένος ρημαγμένος γονατισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τον χαμό του σκύλου του, ένιωθε συντριμμένος για μέρες.
- Η ομάδα βγήκε συντριμμένη από τον τελικό, ύστερα από μια βαριά ήττα.
- Ήταν τόσο συντριμμένος από την απόρριψη, που δεν μίλησε σε κανέναν όλο το βράδυ.
- Ένας συντριμμένος άνθρωπος χρειάζεται χρόνο και στήριξη για να συνέλθει.
- Ο πατέρας έμεινε συντριμμένος όταν έμαθε τα άσχημα νέα.
- Παρά την απογοήτευση, δεν ήθελε να δείχνει συντριμμένη μπροστά στους άλλους.