εφικτός

επίθετο

Που μπορεί να πραγματοποιηθεί στην πράξη ή να επιτευχθεί υπό ρεαλιστικές προϋποθέσεις και με τους διαθέσιμους πόρους.

Συνώνυμα

επιτεύξιμος επιτεύσιμος πραγματοποιήσιμος υλοποιήσιμος εκτελέσιμος εκτελεστός εφαρμόσιμος βιώσιμος δυνατός πρακτικός ρεαλιστικός προσιτός πρακτική πιθανός διαχειρίσιμος προσβάσιμος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στόχος είναι εφικτός αν συνεργαστούμε όλοι.
  • Το πρότζεκτ δεν είναι εφικτό με τον υπάρχοντα προϋπολογισμό.
  • Η τεχνική υλοποίηση θεωρείται εφικτή από την ομάδα.
  • Οι αλλαγές είναι εφικτές εντός του χρονοδιαγράμματος.
  • Προσπαθούμε να βρούμε μια οικονομικά εφικτή λύση.