ανήμπορος

επίθετο

1. Που δεν έχει τη δυνατότητα ή ικανότητα να ενεργήσει ή να κινηθεί λόγω σωματικής ή προσωρινής αδυναμίας.

2. Που δεν διαθέτει εξουσία, δύναμη ή μέσα για να επηρεάσει γεγονότα ή αποφάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παππούς έγινε ανήμπορος μετά το ατύχημα.
  • Έμεινα ανήμπορος να παρέμβω όταν άκουσα τα νέα.
  • Η κυβέρνηση έμεινε ανήμπορη να ανακόψει την κρίση.
  • Οι ασθενείς αισθάνονταν ανήμποροι χωρίς ιατρική φροντίδα.
  • Τα παιδιά έμειναν ανήμπορα να πιστέψουν τα μάτια τους.