ταλαιπωρημένος
επίθετοΠου έχει κουραστεί, καταπονηθεί ή φθαρεί από συνεχή προσπάθεια, δυσκολίες ή κακουχίες.
Συνώνυμα
ταλαίπωρος κουρασμένος εξαντλημένος καταπονημένος καταβεβλημένος αποκαμωμένος εξουθενωμένος μεταχειρισμένος ξεθεωμένος παλαιωμένος φθαρτός πελαγωμένος σακατεμένος ρημαγμένος παλιωμένος σκασμένος μπαγλαματισμένος ασθενής πάσχων γερασμένος κατάκοπος καχεκτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ταλαιπωρημένος ταξιδιώτης έφτασε επιτέλους στο ξενοδοχείο.
- Μετά από τόσες ώρες δουλειάς, ένιωθε πολύ ταλαιπωρημένος.
- Το ταλαιπωρημένο αυτοκίνητο χρειαζόταν άμεσα επισκευή.
- Το πρόσωπό της έδειχνε ταλαιπωρημένο από την έλλειψη ύπνου.
- Οι ταλαιπωρημένοι κάτοικοι περίμεναν βοήθεια μετά την καταιγίδα.