άπορος
επίθετο1. Που δεν διαθέτει χρήματα ή μέσα διαβίωσης και βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας.
2. Που στερείται των απαραίτητων μέσων ή πόρων για την πραγματοποίηση μιας ενέργειας ή σκοπού.
Συνώνυμα
φτωχός πτωχός άφραγκος μπατίρης απορημένος αβοήθητος ανήμπορος στερημένος αποστερημένος εξαθλιωμένος άστεγος πενόμενος άμοιρος πενιχρός μίζερος αμήχανος αποσβολωμένος άναυδος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άπορος άνδρας ζήτησε βοήθεια από τους περαστικούς.
- Οι άποροι περιμένουν τη διανομή τροφίμων στην πλατεία.
- Η άπορη μητέρα δεν είχε πού να απευθυνθεί για να βρει φάρμακα.
- Μείναμε άποροι μπροστά στις αντιφατικές πληροφορίες.
- Το κράτος πρέπει να στηρίξει τα άπορα νοικοκυριά με στοχευμένα μέτρα.