κουβέρτα
ουσιαστικό1. Κομμάτι υφάσματος ή πλεκτό κάλυμμα, συνήθως ορθογώνιο, που χρησιμοποιείται για να σκεπάζει το σώμα ή το κρεβάτι και να παρέχει ζεστασιά και προστασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κουβέρτα είναι ζεστή και απαλή.
- Έβαλα την κουβέρτα πάνω από τα παιδιά πριν κοιμηθούν.
- Απλώσαμε την κουβέρτα στο γρασίδι για πικνίκ.
- Μια κουβέρτα από ομίχλη σκεπάζει την πόλη το πρωί.
- Έπλυνα την κουβέρτα στο πλυντήριο γιατί είχε λερωθεί.