αίνιγμα
ουσιαστικό1. Ερώτημα ή σύντομη παράσταση λόγου που διατυπώνεται με κρυμμένο ή αμφίσημο νόημα και απαιτεί ευρηματικότητα, παρατήρηση και συλλογισμό για να βρεθεί η ορθή απάντηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί έλυσε το αίνιγμα που υπήρχε στο παιδικό βιβλίο.
- Στο τεύχος υπήρχε ένα δύσκολο αίνιγμα για να δοκιμάσουν οι αναγνώστες.
- Η εξαφάνισή του παραμένει ένα αίνιγμα για τις αρχές.
- Η συμπεριφορά της στη συνέντευξη ήταν ένα αίνιγμα για όλους.
- Η προέλευση του σύμπαντος θεωρείται ακόμα ένα αίνιγμα της επιστήμης.