μανδύας
ουσιαστικό1. Έξω ρούχο που φοριέται πάνω από το υπόλοιπο ντύσιμο, συνήθως σε σχήμα κάπας ή ρόμπας, για προστασία, ζέστη ή διακοσμητικούς λόγους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μανδύας του μάγου ήταν μαύρος και μακρύς.
- Ο μανδύας της Γης αποτελείται κυρίως από ιξώδη υλικά.
- Έπεσε ένας μανδύας μυστικότητας πάνω στην έρευνα.
- Ο μανδύας του ήρωα στη μυθολογία τον προστάτευε από τις πληγές.
- Στον φανταστικό κόσμο, ο μανδύας έδινε αόρατες δυνάμεις.