συσκότιση
ουσιαστικό1. Η μείωση ή προσωρινή εξάλειψη του φυσικού ή τεχνητού φωτισμού σε έναν χώρο, αποτέλεσμα που προκαλεί μείωση της ορατότητας.
Συνώνυμα
σκοτάδι σκότος σκοτεινιά σκότισμα σκοταδίλα μπλακάουτ θόλωση θολούρα σκοτισμός κατασκότιση απόκρυψη κουκούλωμα μυστικοπάθεια παρασιώπηση αχλύ μαύρισμα ανωνυμία
Αντώνυμα
φωτισμός φώτιση φωταγώγηση φως φωτεινότητα λάμψη διαφάνεια διαύγεια διαλεύκανση αποκάλυψη αποσκότιση προβολή φανέρωση
Παραδείγματα χρήσης
- Λόγω της κακοκαιρίας προχθές είχαμε πολύωρη συσκότιση.
- Κατά τη διάρκεια του πολέμου εφαρμόστηκε συσκότιση στις παραθαλάσσιες πόλεις για να μη φαίνονται τα φώτα από τα πλοία.
- Η ξαφνική συσκότιση της πόλης προκάλεσε πανικό στους κατοίκους.
- Η συσκότιση των πληροφοριών από τη διοίκηση δημιούργησε σύγχυση και φήμες.
- Η συσκότιση του ουρανού από τις ηφαιστειακές στάχτες έκανε αδύνατη την παρατήρηση των αστεριών.