καθησυχάζω
ρήμα1. Μειώνω τον φόβο, την ανησυχία ή την ταραχή κάποιου μέσω λόγων ή πράξεων, προσφέροντας αίσθημα ασφάλειας και ηρεμίας.
2. Καταπραΰνω έντονες αντιδράσεις ή συγκρούσεις, μειώνοντας την ένταση μιας κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανησυχάζω ταράζω ταράσσω αναστατώνω τρομάζω φοβίζω πανικοβάλλω θορυβώ βασανίζω ταρακουνώ πειράζω προκαλώ προειδοποιώ απειλώ τρελαίνω αναταράσσω διαταράσσω ερεθίζω σκοτίζω συγκλονίζω συνταράσσω τρομοκρατώ φοβερίζω εκνευρίζω εξαγριώνω νευριάζω αποθαρρύνω ανακατεύω ενοχλώ εκπλήσσω ανακινώ αποσυντονίζω αναζωπυρώνω σείω κλονίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να καθησυχάζω τα παιδιά πριν κοιμηθούν.
- Εγώ καθησυχάζω τους γονείς με λεπτομερείς εξηγήσεις για την κατάσταση.
- Σε περίπτωση πανικού, προσπαθώ να καθησυχάζω τη γειτονιά με ήρεμες ανακοινώσεις.
- Δεν είναι εύκολο να καθησυχάζω κάποιον όταν δεν έχω όλες τις πληροφορίες.
- Προσπαθώ να καθησυχάζω τη συνείδησή μου κάνοντας το σωστό.