σαγηνεύω
ρήμαΕπηρεάζω έντονα κάποιον με τρόπο που του προκαλεί θαυμασμό, έλξη ή γοητεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βλέμμα της με σαγηνεύει κάθε φορά που μπαίνει στην αίθουσα.
- Η μουσική αυτή σαγηνεύει το κοινό από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα.
- Το υπέροχο τοπίο σαγήνευσε τους επισκέπτες του νησιού.
- Ο τρόπος που μιλάει σαγηνεύει τους μαθητές και τους κρατά προσηλωμένους.
- Η παλιά πόλη σαγηνεύει τους ταξιδιώτες με την ατμόσφαιρά της.