συγκινώ
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον έντονη συναισθηματική αντίδραση, που συχνά εκφράζεται με δάκρυα, σιωπή ή εσωτερική αναστάτωση.
2. Διαπερνώ συναισθηματικά ακροατήριο ή άτομο μέσω λόγου, τέχνης ή πράξης, κάνοντας τα συναισθήματά τους πιο έντονα.
Συνώνυμα
αγγίζω συγκλονίζω ταρακουνώ ταράζω σπαράζω λυγίζω ραγίζω συνταράσσω συγκινητοποιώ κινώ συναρπάζω ενθουσιάζω διεγείρω εκστασιάζω επηρεάζω αναστατώνω καθηλώνω αρέσω πείθω ενδιαφέρω γοητεύω εμπνέω κινητοποιώ
Αντώνυμα
αποσυναισθηματίζω απογοητεύω εκνευρίζω ενοχλώ εξοργίζω αηδιάζω αποξενώνω ψυχραίνω αποθαρρύνω απαξιώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν τραγουδάω, λένε πως συγκινώ το ακροατήριο.
- Μου είπαν ότι με το γράμμα μου συγκινώ τη φίλη μου.
- Λένε ότι συγκινώ εύκολα όταν βλέπω παλιές φωτογραφίες.
- Δεν περίμενα ότι οι λέξεις μου συγκινώ τόσο πολλούς ανθρώπους.
- Προσπαθώ να γράφω με τρόπο που συγκινώ τους αναγνώστες.