άθλια
επίθετο1. Που βρίσκεται σε πολύ κακή, ελλιπή ή υποβαθμισμένη κατάσταση ως προς την ποιότητα, την εμφάνιση ή τις συνθήκες.
2. Που εκφράζει ή αποπνέει έντονη δυστυχία, ταλαιπωρία ή απελπισία όταν αφορά ανθρώπους ή ζωντανά όντα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταινία ήταν άθλια.
- Η συμπεριφορά του ήταν άθλια.
- Αισθάνομαι άθλια σήμερα.
- Ζούσε μια άθλια ζωή στην επαρχία.
- Τι άθλια μέρα!