άτιμος
επίθετο1. Που στερείται τιμής ή σεβασμού εξαιτίας ανήθικης, ντροπιαστικής ή προσβλητικής συμπεριφοράς.
2. Που φέρεται με αγνωμοσύνη, απρέπεια ή προδοσία και προκαλεί απαξίωση από τους άλλους.
Συνώνυμα
ανέντιμος ατιμασμένος εξευτελισμένος ντροπιασμένος ανήθικος χαμερπής ποταπός αισχρός άθλιος ταπεινωμένος αχρείος αθέμιτος ανάξιος βρώμικος αλήτης ανυπόληπτος καταφρονημένος απεχθής άδικος βδελυρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άτιμος έκρυψε την αλήθεια από τους φίλους του.
- Η άτιμη συμπεριφορά του την πλήγωσε βαθιά.
- Το ψέμα ήταν άτιμο και κατέστρεψε τη σχέση τους.
- Άτιμε, πώς μπόρεσες να μας προδώσεις έτσι;
- Οι άτιμοι που λήστεψαν το μαγαζί συνελήφθησαν.