ανάξιος
επίθετο1. Που δεν έχει την αξία, τα προσόντα ή τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να τύχει τιμής, αναγνώρισης ή σεβασμού.
Συνώνυμα
ακατάλληλος άθλιος ανέντιμος άτιμος ντροπιαστικός ανήθικος απαράδεκτος κατακριτέος εξευτελιστικός άχρηστος ανεπαρκής ανίκανος ξεφτιλισμένος υποδεέστερος αχάριστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον θεωρούν ανάξιο της εμπιστοσύνης που του έδειξαν.
- Η κριτική έκρινε το έργο ανάξιο για το βραβείο.
- Την χαρακτήρισαν ανάξια για μια θέση ευθύνης.
- Μετά το σκάνδαλο, οι πολιτικοί έγιναν ανάξιοι στα μάτια του κοινού.
- Ένιωσε ανάξιος μπροστά στην επιτυχία των συναδέλφων.