αγέρωχος
επίθετο1. Που εμφανίζει επιβλητική, ολόρθη και αξιοπρεπή στάση ή εμφάνιση, προκαλώντας σεβασμό ή δέος.
2. Που εκδηλώνει υπερηφάνεια ή σταθερή αυτοπεποίθηση, χωρίς υποχώρηση ή ταπεινωτική συμπεριφορά.
Συνώνυμα
ευθυτενής υπερήφανος περήφανος επιβλητικός αρχοντικός μεγαλοπρεπής αξιοπρεπής γενναίος αλαζονικός υπεροπτικός σνομπ ψηλομύτης τραβηγμένος αυτάρεσκος αυτοπεποίθητος σεβαστός ατρόμητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αγέρωχος άνδρας στάθηκε μπροστά στο πλήθος με απαραβίαστη αυτοπεποίθηση.
- Η αγέρωχη δασκάλα μπήκε στην τάξη και ησυχία επικράτησε αμέσως.
- Ένα αγέρωχο κυπαρίσσι σηκώνει τα κλαδιά του προς τον ουρανό.
- Οι αγέρωχες στήλες του παλατιού θυμίζουν παλιά μεγαλοπρέπεια.
- Με αγέρωχο βήμα προχώρησε προς το μέλλον, χωρίς να στρέψει το βλέμμα πίσω.