τραγικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τη τραγωδία ή έχει τα χαρακτηριστικά του τραγικού δράματος, όπως σοβαρά ηθικά διλήμματα και συγκρούσεις με δυσάρεστες συνέπειες.
Συνώνυμα
τραγώδης δραματικός δραματώδης οδυνηρός επώδυνος θλιβερός λυπηρός αξιολύπητος αξιοθρήνητος ελεεινός άθλιος δυστυχής ολέθριος καταστροφικός μοιραίος αποκαρδιωτικός πένθιμος θρηνητικός σπαραχτικός χάλια σπαρακτικός μακάβριος γελοίος απαίσιος ανεκδιήγητος φοβερός φρικτός σκατένιος κακοφτιαγμένος μαλάκας σιχαρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έργο ήταν καθαρά τραγικό και συγκίνησε το κοινό.
- Η απώλεια του φίλου ήταν τραγική για όλη την οικογένεια.
- Ο σπουδαίος ήρωας του δράματος είναι τραγικός.
- Η εμφάνιση του αθλητή ήταν τραγική και δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες.
- Οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης ήταν τραγικές για πολλούς ανθρώπους.