τραγικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με τη τραγωδία ή έχει τα χαρακτηριστικά του τραγικού δράματος, όπως σοβαρά ηθικά διλήμματα και συγκρούσεις με δυσάρεστες συνέπειες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το έργο ήταν καθαρά τραγικό και συγκίνησε το κοινό.
  • Η απώλεια του φίλου ήταν τραγική για όλη την οικογένεια.
  • Ο σπουδαίος ήρωας του δράματος είναι τραγικός.
  • Η εμφάνιση του αθλητή ήταν τραγική και δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες.
  • Οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης ήταν τραγικές για πολλούς ανθρώπους.