σεβάσμιος
επίθετο1. Που προκαλεί σεβασμό λόγω αξιοπρέπειας, κύρους, ηλικίας ή επιτευγμάτων και επιβάλλει ευγένεια ή σεβαστική συμπεριφορά.
2. Που αποδίδεται ως τιμητικός προσδιορισμός σε πρόσωπα με επίσημη θέση ή πνευματική εξουσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σεβάσμιος καθηγητής ανέβηκε στο βήμα με ήρεμη αξιοπρέπεια.
- Η σεβάσμια γηραιά κυρία απέσπασε τον σεβασμό όλων στο χωριό.
- Το σεβάσμιο μνημείο φωτίστηκε κατά τη διάρκεια της τελετής μνήμης.
- Οι σεβάσμιοι μοναχοί τραγούδησαν ύμνους στην εκκλησία.
- Οι σεβάσμιες παραδόσεις της περιοχής τηρούνται ευλαβικά από τους νέους.
- Τον αποκαλούσαν «ο σεβάσμιος» λόγω της απαράμιλλης σοφίας του.