απαράδεκτος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ή ανεκτό λόγω σοβαρής παραβίασης κανόνων, ηθικών αρχών ή κοινωνικών προτύπων.
2. Που δεν ικανοποιεί τις ελάχιστες απαιτήσεις, προδιαγραφές ή όρους και επομένως πρέπει να απορριφθεί ή διορθωθεί.
Συνώνυμα
ανάρμοστος ακατάλληλος κατακριτέος καταδικαστέος επιλήψιμος ντροπιαστικός προσβλητικός σκατένιος ανεπίτρεπτος ανήκουστος απαίσιος άθλιος εξωφρενικός σκανδαλώδης απορριπτέος ασυγχώρητος ασεβής αδιανόητος ανάξιος απρεπής σκάρτος αισχρός απρόσδεκτος ανυπόφορος αποτροπιαστικός αποκρουστικός ελεεινός βδελυρός ενοχλητικός αηδιαστικός χάλια ξεφτιλιστικός άδικος δυσάρεστος αθέμιτος ανεπαρκής αποτρόπαιος παράτυπος άστοχος φριχτός
Αντώνυμα
αποδεκτός δεκτός ανεκτός κατάλληλος επιτρεπτός θεμιτός υπέροχος εξαιρετικός εξαίσιος ευπρεπής θαυμάσιος θεσπέσιος υποδειγματικός γαμάτος δόκιμος εγκεκριμένος ικανοποιητικός παραδεδεγμένος παραδεκτός πρέπων ευπρόσδεκτος κανονικός σωστός καταπληκτικός άριστος αξιοπρεπής αξιοσέβαστος θεϊκός αρμόζων παραδειγματικός ποιοτικός πρότυπος εντάξει επαρκής καλός νόμιμος βολικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη.
- Η εξυπηρέτηση στο εστιατόριο ήταν απαράδεκτη.
- Αυτό το αποτέλεσμα είναι απαράδεκτο.
- Ο τρόπος που μίλησε στον διευθυντή ήταν απαράδεκτος.
- Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές είναι απαράδεκτες.