ατιμασμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί αφαίρεση της τιμής ή του κύρους και αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση από άλλους.
2. Που έχει ταπεινωθεί ή προσβληθεί δημόσια, στερημένος της κοινωνικής αναγνώρισης.
Συνώνυμα
ντροπιασμένος ταπεινωμένος εξευτελισμένος διασυρμένος ξεφτιλισμένος διαπόμπευμένος άτιμος εκτεθειμένος προσβεβλημένος υβρισμένος υποτιμημένος απαξιωμένος περιφρονημένος καταφρονημένος κηλιδωμένος ευτελισμένος ανυπόληπτος διασυρόμενος ταπεινωθείς εκτεθειθείς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατιώτης ένιωσε ατιμασμένος μετά την άδικη κατηγορία.
- Η οικογένειά του έμεινε ατιμασμένη από το σκάνδαλο.
- Μετά την προδοσία, ο αρχηγός ένιωθε βαθιά ατιμασμένος.
- Δεν ήθελε να γυρίσει στο χωριό ως ατιμασμένος.
- Ο πολιτικός παραιτήθηκε, επειδή θεωρήθηκε ατιμασμένος από τη συμπεριφορά του.