κύριος
ουσιαστικό1. Άνδρας που θεωρείται ευπρεπής, σεβαστός ή που επιδεικνύει αξιοπρεπή συμπεριφορά.
2. Πρόσωπο που ασκεί εξουσία, έλεγχο ή έχει νόμιμο δικαίωμα κυριότητας και διαχείρισης πάνω σε πράγματα ή ανθρώπους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υπηρέτης δούλος υποτελής αγενής κυρία σκλάβος δορυφόρος δεσποινίδα δευτερεύων επίτροπος μαντάμ δευτερεύον δευτερογενής παράπλευρος υπάλληλος κοινός αναιδής ασεβής διάβολος γυναίκα κοπέλα βοηθός πράκτορας ελάσσων θηλυκό κοπελίτσα νεανίδα περιθωριακός πληρεξούσιος υπήκοος κτήνος κοπελιά παιχνιδάκι αναπληρωτής ενοικιαστής γουρούνι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κύριος Παπαδόπουλος θα μιλήσει πρώτος.
- Ο κύριος του σπιτιού άναψε το τζάκι.
- Ο κύριος λόγος της καθυστέρησης ήταν η βλάβη του ασανσέρ.
- Οι κύριοι της εταιρείας συναντήθηκαν με τους επενδυτές.
- Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον κύριο ως δράστη.