βρώμικος
επίθετο1. Που φέρει ή καλύπτεται από βρωμιά, ρύπους ή ακαθαρσίες.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη καθαριότητας ή υγιεινής, δημιουργώντας αισθητική ή υγειονομική όχληση.
Συνώνυμα
βρωμερός λερωμένος ακάθαρτος μολυσμένος μουτζουρωμένος σιχαρός αηδιαστικός αποκρουστικός άτιμος ανέντιμος βρωμιώδης άθλιος άσεμνος συκοφαντικός σκονισμένος μουχλιασμένος βδελυρός ανήθικος αισχρός χυδαίος σκάρτος σκατένιος ύπουλος αθέμιτος απωθητικός ακατάστατος αντιαισθητικός ατημέλητος εμετικός παραμελημένος σάπιος σιχαμερός σκανδαλώδης
Αντώνυμα
καθαρός πεντακάθαρος αγνός άσπιλος αμόλυντος καθαρότατος αστραφτερός λαμπερός καθαρισμένος έντιμος ηθικός ευπρεπής καλοντυμένος κρυστάλλινος αξιοπρεπής καθαρουλής αγιασμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το δωμάτιο είναι βρώμικο.
- Οι βρώμικες κάλτσες ήταν πεταμένες στο πάτωμα.
- Έκαναν μια βρώμικη συμφωνία πίσω από την πλάτη του.
- Του έπαιξαν ένα βρώμικο παιχνίδι και έχασε τη δουλειά του.
- Έλαβα ένα βρώμικο μήνυμα από άγνωστο αριθμό.
- Μετά τη διαδήλωση, οι βρώμικοι δρόμοι γέμισαν σκουπίδια.