αξιοσέβαστος
επίθετο1. Που προκαλεί ή εμπνέει σεβασμό λόγω του χαρακτήρα, της συμπεριφοράς, των ικανοτήτων ή των επιτευγμάτων του.
2. Που, εξαιτίας κοινωνικής θέσης, τίτλου ή ηλικίας, αντιμετωπίζεται με σεβασμό και εκτίμηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανυπόληπτος ανάξιος αξιοκαταφρόνητος άτιμος καταφρονητέος ελεεινός αλήτης αξιολύπητος ατιμασμένος ασέβης ανήθικος απαράδεκτος ευτελής απαξιωμένος ντροπιαστικός αισχρός αχρείος ταπεινωμένος γελοίος χυδαίος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής είναι αξιοσέβαστος για το ήθος και τη γνώση του.
- Η γιατρός απέκτησε αξιοσέβαστη φήμη χάρη στην αφοσίωσή της.
- Οι παλαιοί μας γείτονες είναι αξιοσέβαστοι στην κοινότητα.
- Η εταιρεία επένδυσε ένα αξιοσέβαστο ποσό σε έρευνα και ανάπτυξη.
- Το ίδρυμα έχει αξιοσέβαστη παράδοση στην εκπαίδευση.