συντρίβομαι
ρήμα1. Υφίσταμαι βίαιη θραύση ή τεμαχισμό σε μικρότερα κομμάτια ή σκόνη εξαιτίας πίεσης, χτυπήματος ή πρόσκρουσης.
Συνώνυμα
συνθλίβομαι θρυμματίζομαι καταστρέφομαι υποκύπτω λυγίζομαι τσακίζομαι διαλύομαι σπάζομαι καταρρέω νικιέμαι ηττούμαι ηττώνομαι πέφτω γονατίζω καταθλίβομαι τσαλαπατιέμαι διαψεύδομαι αποσυντίθεμαι λιώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γυαλί συντρίβεται όταν πέσει στο πάτωμα.
- Τα κύματα συντρίβονται στα βράχια κάθε βράδυ.
- Μετά την ανακοίνωση της απόλυσης, συντρίβομαι από τη θλίψη.
- Στον τελευταίο αγώνα, οι αντίπαλοί μας συντρίφτηκαν χωρίς να σκοράρουν.
- Κατά την πρόσκρουση, πολλά μέρη του αυτοκινήτου συντρίβονταν.