σοβαρότητα
ουσιαστικό1. Ποιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, λόγος ή γεγονός αντιμετωπίζεται ή παρουσιάζεται με προσοχή, υπευθυνότητα και απουσία επιπολαιότητας.
Συνώνυμα
βαρύτητα επισημότητα σπουδαιότητα σημαντικότητα νηφαλιότητα ευπρέπεια αυστηρότητα επιβλητικότητα σεμνότητα σωφροσύνη κοσμιότητα
Αντώνυμα
ελαφρότητα επιπολαιότητα αστειότητα γελοιότητα πλάκα τσίρκο μπούρδα εμπαιγμός μπουρδολογία παλαβομάρα ανευθυνότητα ανεμελιά χαβαλές σαχλαμάρα κοροϊδία μπαρούφα προχειρότητα σόου χαζομάρα παιχνίδι ανοησία φάρσα παιχνιδάκι αερολογία αμεριμνησία ανέκδοτο κουταμάρα ξεφάντωμα παπαριά τρολάρισμα χαζοσύνη πείραγμα φιέστα γέλιο πάτι ειρωνεία
Παραδείγματα χρήσης
- Η σοβαρότητα στο βλέμμα του έκανε τους άλλους να σιωπήσουν.
- Ο γιατρός εξήγησε την σοβαρότητα της κατάστασης και πρότεινε άμεση επέμβαση.
- Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων απαιτεί νοσηλεία.
- Σε επίσημες περιστάσεις, η σοβαρότητα της συμπεριφοράς είναι απαραίτητη.
- Η σοβαρότητα των αποφάσεων στο συμβούλιο καθορίζει το μέλλον της εταιρείας.