σοβαρότητα

ουσιαστικό

1. Ποιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, λόγος ή γεγονός αντιμετωπίζεται ή παρουσιάζεται με προσοχή, υπευθυνότητα και απουσία επιπολαιότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σοβαρότητα στο βλέμμα του έκανε τους άλλους να σιωπήσουν.
  • Ο γιατρός εξήγησε την σοβαρότητα της κατάστασης και πρότεινε άμεση επέμβαση.
  • Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων απαιτεί νοσηλεία.
  • Σε επίσημες περιστάσεις, η σοβαρότητα της συμπεριφοράς είναι απαραίτητη.
  • Η σοβαρότητα των αποφάσεων στο συμβούλιο καθορίζει το μέλλον της εταιρείας.