γελοιότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση που προκαλεί γέλιο ή χλεύη εξαιτίας αντίφασης, υπερβολής ή έλλειψης λογικής ή σοβαρότητας.
2. Συμπεριφορά ή πράξη που εκλαμβάνεται ως ακατάλληλη προς τα αποδεκτά πρότυπα σοβαρότητας και προκαλεί υποτίμηση, αμηχανία ή απαξίωση.
Συνώνυμα
γελοιοσύνη τραγέλαφος τραγελαφία φαιδρότητα παρωδία γελοιοποίηση κωμικότητα ανοησία βλακεία ηλιθιότητα αστείο τσίρκο μωρία παραλογισμός ανέκδοτο κουφότητα παλαβομάρα ξεφτίλα μαλακία κωμωδία μπαρούφα μπουρδολογία
Αντώνυμα
σοβαρότητα βαρύτητα αξιοπρέπεια κύρος αξιοπιστία επισημότητα σεβασμός σεμνότητα άρτιότητα σοβαρό λογικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γελοιότητα της πρότασης ήταν προφανής σε όλους.
- Κάθε φορά που άκουγα τις δικαιολογίες του, σκεφτόμουν ότι είναι γελοιότητα.
- Οι γελοιότητες της παράστασης προκάλεσαν αντιδράσεις στο κοινό.
- Ο σχολιασμός του στο διαδίκτυο ήταν απλώς μια γελοιότητα, χωρίς επιχειρήματα.
- Αρνήθηκε να συμμετέχει σε αυτή την γελοιότητα και αποχώρησε.