ευστροφία
ουσιαστικόΙκανότητα του νου να αντιλαμβάνεται γρήγορα σχέσεις και καταστάσεις, να σκέφτεται με ταχύτητα και ευελιξία και να διαμορφώνει πρακτικές ή πρωτότυπες λύσεις.
Συνώνυμα
ευρηματικότητα εφευρετικότητα επινοητικότητα οξυδέρκεια οξύνοια εξυπνάδα ευφυΐα κοφτερότητα πανουργία πνεύμα ιδιοφυία νοημοσύνη νοητικότητα ευελιξία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευστροφία της στη συζήτηση φάνηκε από τις έξυπνες ατάκες της.
- Έδειξε μεγάλη ευστροφία όταν έπρεπε να λύσει το πολύπλοκο πρόβλημα.
- Η ευστροφία του ηθοποιού έδωσε αμέσως χιούμορ στη σκηνή.
- Οι καθηγητές εκτίμησαν την ευστροφία των μαθητών στην εκτέλεση του πειράματος.
- Στην ψυχολογία, η ευστροφία περιγράφει την ικανότητα γρήγορης και ευρηματικής σκέψης.