βεβαιώνομαι
ρήμα1. Διαπιστώνω με προσωπικό έλεγχο ή παρατήρηση ότι κάτι είναι σωστό, αληθινό ή συμβαίνει όπως έχει αναφερθεί.
Συνώνυμα
επιβεβαιώνομαι σιγουρεύομαι επαληθεύομαι εξακριβώνομαι αληθεύω επιβεβαιώνω ελέγχω ελέγχομαι διαπιστώνω διαπιστώνομαι εξασφαλίζομαι εξασφαλίζω πιστοποιούμαι επαληθεύω ενημερώνομαι διασαφηνίζομαι πείθομαι
Αντώνυμα
αμφιβάλλω αμφισβητώ αμφισβητούμαι διαψεύδομαι διστάζω λανθάνομαι παραπλανιέμαι ξεγελιέμαι νομίζω αναρωτιέμαι φαντάζομαι υποψιάζομαι σφάλλω ψάχνομαι ταλαντεύομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Πάντα βεβαιώνομαι ότι έχω κλείσει την πόρτα πριν φύγω.
- Πριν την παρουσίαση, βεβαιώνομαι ότι όλες οι διαφάνειες και ο εξοπλισμός λειτουργούν σωστά.
- Αφού λάβω τα αποτελέσματα, βεβαιώνομαι ότι οι μετρήσεις έχουν καταγραφεί σωστά.
- Σε δύσκολες στιγμές βεβαιώνομαι πως έχω δίπλα μου ανθρώπους που με στηρίζουν.
- Προτού υπογράψω, βεβαιώνομαι για την εγκυρότητα των εγγράφων.