διαπιστώνω
ρήμα1. Πραγματοποιώ έλεγχο ή παρατήρηση και βεβαιώνω την ύπαρξη, την κατάσταση ή την αλήθεια ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης.
2. Καταγράφω ή αναφέρω το αποτέλεσμα της παρατήρησης ή του ελέγχου, συχνά με επίσημο ή τεκμηριωμένο τρόπο.
Συνώνυμα
παρατηρώ βλέπω αντιλαμβάνομαι διακρίνω επιβεβαιώνω βεβαιώνω συνειδητοποιώ σημειώνω επισημαίνω βρίσκω επαληθεύω νοώ προσδιορίζω ελέγχω ανακαλύπτω σιγουρεύω σιγουρεύομαι βεβαιώνομαι αναγνωρίζω εξετάζω εντοπίζω ανιχνεύω συμπεραίνω καταλαβαίνω τσεκάρω πιάνω κρίνω παραδέχομαι ερευνώ ξετρυπώνω περιεργάζομαι ξέρω νιώθω αποδεικνύω αισθάνομαι κόβω διερευνώ
Αντώνυμα
αμφισβητώ αμφιβάλλω αγνοώ παραβλέπω εικάζω λανθάνω υποψιάζομαι υποθέτω μαντεύω πιθανολογώ αρνούμαι διαψεύδω νομίζω αναρωτιέμαι φαντάζομαι διστάζω σφάλλομαι λανθάνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Καθημερινά διαπιστώνω μικρές αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού.
- Αφού έλεγξα τα στοιχεία, διαπιστώνω ότι τα δεδομένα είναι σωστά.
- Στην έκθεση ελέγχου διαπιστώνω παραβιάσεις των κανονισμών.
- Κατά την εξέταση του ασθενούς διαπιστώνω πυρετό και αδύναμο σφυγμό.
- Μετά από πολλά πειράματα διαπιστώνω ότι το συμπέρασμα είναι αξιόπιστο.