σωφροσύνη

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ενεργεί με μέτρο, λογική κρίση και αυτοέλεγχο, αποφεύγοντας τις υπερβολές και τις παρορμήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σωφροσύνη του χαρακτήρα της φάνηκε στις δύσκολες στιγμές.
  • Η κυβέρνηση ζήτησε σωφροσύνη στις δημόσιες δηλώσεις για να μην προκαλέσει πανικό.
  • Ο γιατρός του συνέστησε σωφροσύνη και ξεκούραση μετά το ατύχημα.
  • Η σωφροσύνη στις δαπάνες θα βοηθήσει την εταιρεία να επιβιώσει την κρίση.
  • Η σωφροσύνη είναι αρετή που αναγνωρίζεται σε όλες τις κουλτούρες.