σωφροσύνη
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ενεργεί με μέτρο, λογική κρίση και αυτοέλεγχο, αποφεύγοντας τις υπερβολές και τις παρορμήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παρορμητικότητα απερισκεψία ασωτία υπερβολή έκσταση μωρία χαζομάρα ανοησία τρέλα κουταμάρα παλαβομάρα παράνοια παραλογισμός χαζοσύνη ασέλγεια παραφροσύνη ανευθυνότητα ακολασία ασυδοσία παράπτωμα παραλήρημα βλακεία διαστροφή μέθη αφροσύνη παραστράτημα ανηθικότητα ατασθαλία αταξία δαίμων ατόπημα μαλακία
Παραδείγματα χρήσης
- Η σωφροσύνη του χαρακτήρα της φάνηκε στις δύσκολες στιγμές.
- Η κυβέρνηση ζήτησε σωφροσύνη στις δημόσιες δηλώσεις για να μην προκαλέσει πανικό.
- Ο γιατρός του συνέστησε σωφροσύνη και ξεκούραση μετά το ατύχημα.
- Η σωφροσύνη στις δαπάνες θα βοηθήσει την εταιρεία να επιβιώσει την κρίση.
- Η σωφροσύνη είναι αρετή που αναγνωρίζεται σε όλες τις κουλτούρες.