ακολασία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από έλλειψη εγκράτειας και αυτοσυγκράτησης, κυρίως ως προς τις σαρκικές ή αισθησιακές ηδονές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακολασία στην πόλη είχε γίνει θέμα συζήτησης.
- Τον κατηγόρησαν για ακολασία.
- Η εκκλησία καταδίκασε την ακολασία ως σοβαρό ηθικό έγκλημα.
- Στο μυθιστόρημα αποτυπώνεται η ακολασία της εξουσίας και της πολυτέλειας.
- Στα παλιά κείμενα, η ακολασία συχνά συνδεόταν με την παρακμή της κοινωνίας.