αγνότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ελευθερίας από φυσικές ακαθαρσίες ή μολυσματικά στοιχεία, που εκδηλώνεται ως καθαρότητα υλικών, αντικειμένων ή χώρων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αγνότητα των προθέσεών του ήταν εμφανής.
- Η αγνότητα του νερού στη λίμνη διασφαλίζει την υγεία των ψαριών.
- Η αγνότητα της ψυχής της ήταν αξιοθαύμαστη.
- Στο έργο της κυριαρχεί η αγνότητα των χρωμάτων και των μορφών.
- Η αγνότητα του λόγου του έκανε τα επιχειρήματα πιο πειστικά.