προωθώ
ρήμα1. Μετακινώ κάτι ή κάποιον προς τα εμπρός ή προς άλλο σημείο με φυσική ή μηχανική ενέργεια.
2. Στέλνω ή διαβιβάζω έγγραφο, μήνυμα ή αντικείμενο σε άλλον παραλήπτη ή φορέα για περαιτέρω χειρισμό ή απόκριση.
Συνώνυμα
προάγω προβιβάζω αναδεικνύω παραπέμπω ευνοώ προβάλλω διαβιβάζω διαφημίζω αναβαθμίζω διαδίδω κατευθύνω μεταβιβάζω μεταδίδω προσκομίζω στηρίζω στέλνω μεταφέρω κοινοποιώ συνηγορώ ωθώ σπρώχνω ενισχύω υποστηρίζω ενθαρρύνω αποστέλλω προτείνω διεγείρω επιταχύνω διευκολύνω χορηγώ λαδώνω ανεβάζω εκτοξεύω αναρτώ εισάγω προκρίνω συνιστώ συστήνω πουλάω διασπείρω εκσφενδονίζω εμπορεύομαι θεσπίζω μεταπωλώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προωθώ το ηλεκτρονικό μήνυμα στον διευθυντή όταν χρειάζεται.
- Προωθώ το νέο προϊόν μέσω της καμπάνιας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
- Προωθώ τον υπάλληλό μου για τη θέση του διευθυντή.
- Προωθώ το καρότσι στην ανηφόρα με κόπο.
- Προωθώ την ιδέα της συνεργασίας μεταξύ των τμημάτων.