περνώ
ρήμα1. Μεταφέρω ή μετακινώ το σώμα μου ή ένα αντικείμενο από ένα σημείο προς άλλο, διασχίζοντας χώρο ή απόσταση.
2. Κάνω κάτι να περάσει μέσα από ένα άνοιγμα, τρύπα ή σχισμή, οδηγώντας το από τη μια πλευρά στην άλλη.
Συνώνυμα
περνάω διαβαίνω διέρχομαι προσπερνώ παρέρχομαι επιτυγχάνω πετυχαίνω διασκεδάζω ξοδεύω διανύω διασχίζω προχωρώ ξεπερνώ υφίσταμαι αντιμετωπίζω παθαίνω υποφέρω δοκιμάζομαι διαπερνώ ευχαριστιέμαι ψυχαγωγούμαι μπαίνω μπω μεταφέρω επισκέπτομαι αναρρώνω πορεύομαι σύρω βιώνω ξεπετάγομαι παρελαύνω σπαταλώ παρακάμπτω ξεγλιστρώ δίδω μεταβιβάζω περπατώ διαρρέω πηγαίνω περπατάω βαδίζω βηματίζω εισέρχομαι επιβάλλω μετακινούμαι αλωνίζω μεταβαίνω περιδιαβαίνω τρυπώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί περνώ από το πάρκο για να πάω στη δουλειά.
- Τα Σαββατοκύριακα περνώ πολλές ώρες διαβάζοντας.
- Στο πάρτι περνώ πολύ καλά με τους φίλους μου.
- Όταν διαβάζω σωστά, συνήθως περνώ τις εξετάσεις.
- Τον τελευταίο καιρό περνώ μια δύσκολη φάση στη ζωή μου.