υποφέρω
ρήμα1. Αντέχω ή υφίσταμαι σωματικό ή ψυχικό πόνο, δυσφορία ή ταλαιπωρία.
2. Υπομένω κάτι ενοχλητικό, δυσάρεστο ή καταπιεστικό για χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από τότε που έπαθα ατύχημα υποφέρω από έντονους πόνους στο γόνατο.
- Μετά το τέλος της σχέσης μας υποφέρω συχνά από λύπη και ανασφάλεια.
- Στη δουλειά υποφέρω τις αυθαιρεσίες του αφεντικού γιατί χρειάζομαι τη θέση μου.
- Λόγω των οικονομικών δυσκολιών υποφέρω και δυσκολεύομαι να πληρώσω το ενοίκιο.
- Ακόμα και μέσα στο σπίτι υποφέρω από το τόσο έντονο κρύο.