διασκεδάζω
ρήμα1. Συμμετέχω σε δραστηριότητες ή ενέργειες με σκοπό να απολαύσω, να χαρώ ή να περάσω ευχάριστα τον χρόνο μου.
2. Προσφέρω ψυχαγωγία ή χαρά σε άλλους με πράξεις, σχόλια ή δραστηριότητες που προκαλούν γέλιο ή ευχαρίστηση.
Συνώνυμα
γλεντώ ξεφαντώνω ξεσαλώνω ψυχαγωγούμαι κεφάνομαι περνάω περνώ απασχολώ γλεντάω χαίρομαι ευθυμώ γιορτάζω γουστάρω ευφραίνομαι ευχαριστιέμαι πανηγυρίζω γελάω γελώ παίζω χορεύω τραγουδάω αστειεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Σάββατο διασκεδάζω με τους φίλους μου στο στέκι μας.
- Στην παιδική γιορτή διασκεδάζω τα παιδιά με παιχνίδια και τραγούδια.
- Όταν έχω ελεύθερο χρόνο, διασκεδάζω διαβάζοντας μυθιστορήματα ή βλέποντας ταινίες.
- Δεν διασκεδάζω καθόλου όταν εργάζομαι υπερωρίες.
- Με την ξεκάθαρη απάντηση διασκεδάζω τις αμφιβολίες σας.