περιορισμός
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία τίθενται όρια που μειώνουν ή περιορίζουν την έκταση, την ποσότητα, την ελευθερία ή την κίνηση ενός πράγματος ή προσώπου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ελευθερία απελευθέρωση άρση διάδοση δικαίωμα διάσταση έκταση ελευθέρωση εξάπλωση επέκταση ορίζοντας χαλάρωση άνοιγμα ελευθεροποίηση αποδέσμευση αφαίρεση ξεκλείδωμα απαλλαγή αύξηση διευκόλυνση επικράτηση εύρος λευτεριά παραθυράκι προώθηση επιλογή μετάδοση κλίμακα πρόσβαση διαθεσιμότητα διάχυση διεύρυνση παντοδυναμία φάσμα χειραφέτηση αφθονία πληθώρα διανομή προοπτική
Παραδείγματα χρήσης
- Ο περιορισμός του χώρου έκανε δύσκολη τη συγκέντρωση.
- Οι αρχές επέβαλαν περιορισμό στις μετακινήσεις λόγω του κινδύνου.
- Ο περιορισμός της κατανάλωσης αλατιού βελτίωσε την πίεσή του.
- Ο περιορισμός στις παραμέτρους του μοντέλου αύξησε τη σταθερότητά του.
- Ο περιορισμός στην εμπειρία του φάνηκε στη διαχείριση του έργου.