ορίζοντας

ουσιαστικό

1. Γραμμή φαινομενικής επαφής ανάμεσα στον ουρανό και την επιφάνεια της γης ή της θάλασσας, όπως εμφανίζεται από ένα συγκεκριμένο σημείο παρατήρησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ορίζοντας ήταν βαμμένος ροζ στο ηλιοβασίλεμα.
  • Ο ορίζοντας των φοιτητών φαίνεται γεμάτος ευκαιρίες.
  • Ο ορίζοντας της επένδυσης ορίστηκε σε πενταετή περίοδο.
  • Ο ορίζοντας της γνώσης συνεχώς διευρύνεται με νέες έρευνες.
  • Ο ορίζοντας στη ζωγραφιά διχοτομεί τον ουρανό και τη γη.