κρατάω
ρήμα1. Συγκρατώ ή έχω κάτι με το χέρι ή με άλλο μέσο, ώστε να μη πέσει, να μη μετακινηθεί ή να μη χαθεί.
2. Διατηρώ κάτι υπό την κατοχή μου ή το αφήνω να παραμείνει στη θέση του, αποφεύγοντας την παράδοση, την απώλεια ή την αλλαγή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αφήνω ελευθερώνω παραδίδω δίνω αποκαλύπτω ακυρώνω σταματάω διακόπτω εγκαταλείπω απελευθερώνω παραβιάζω επιστρέφω πετάω παρατάω απορρίπτω απεμπολώ εκχωρώ καταλείπω μετακινώ πετώ διαμοιράζω εκποιώ χάνω απομακρύνω διαγράφω φέρνω πουλάω πουλώ ξεφορτώνομαι κατεβάζω ξεπουλώ αποδιώχνω ξεκαθαρίζω αποστέλλω αφαιρώ προσκομίζω πωλώ
Παραδείγματα χρήσης
- Κρατάω ένα βιβλίο στα χέρια μου.
- Κρατάω το χέρι της κόρης μου όταν περπατάμε.
- Κρατάω την υπόσχεσή μου.
- Κρατάω τραπέζι για δύο άτομα στις εννέα.
- Κρατάω την αναπνοή μου για σαράντα δευτερόλεπτα.
- Κρατάω το πανελλήνιο ρεκόρ στον μαραθώνιο.