πετώ
ρήμα1. Κινούμαι ή μετακινούμαι μέσα στον αέρα, διατηρούμενος σε ανύψωση με πτέρυγες, κινητήρες ή αεροδυναμική άνωση.
2. Εκτοξεύω ή ρίχνω αντικείμενο ώστε να κινηθεί ελεύθερα στον αέρα.
Συνώνυμα
πετάω ιπτάμαι ρίχνω απογειώνομαι εκτοξεύω εκσφενδονίζω πετιέμαι εκτοξεύομαι αιωρούμαι φτερουγίζω στροβιλίζομαι αδειάζω φτύνω ταξιδεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα πετώ με το αεροπλάνο για Αθήνα.
- Με το καινούριο μου αερομοντέλο πετώ πάνω από το πάρκο.
- Κάθε χρόνο πετώ τα παλιά ρούχα που δεν φοράω.
- Με τα καλά νέα πετώ από τη χαρά.
- Με το καινούριο μηχανάκι πετώ στη δουλειά κάθε πρωί.