δυνατός

επίθετο

1. Που έχει μεγάλη φυσική δύναμη ή ικανότητα να ασκεί δύναμη.

2. Που παρουσιάζει μεγάλη ισχύ ή ένταση, με έντονη επίδραση σε ήχο, φως, γεύση ή συναίσθημα.

3. Που παρουσιάζει μεγάλη αντοχή και στερεότητα, ικανό να αντέχει καταπονήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αθλητής είναι δυνατός και σηκώνει βαριά βάρη.
  • Η μουσική ήταν δυνατή χθες το βράδυ και δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
  • Ξέσπασε ένας δυνατός άνεμος που έριξε κλαδιά στους δρόμους.
  • Η ομάδα μας είναι δυνατή φέτος και έχει πολλές πιθανότητες νίκης.
  • Δεν είναι δυνατό να τελείωσε τόσο γρήγορα το έργο.
  • Το φάρμακο είναι πολύ δυνατό, γι' αυτό πάρε τη σωστή δοσολογία.