ασήμαντος
επίθετο1. Που έχει μικρή αξία, σημασία ή επιρροή σε σχέση με το πλαίσιο ή το αποτέλεσμα.
2. Που δεν προκαλεί ενδιαφέρον ή δεν αξίζει προσοχής.
Συνώνυμα
αμελητέος μηδαμινός επουσιώδης απειροελάχιστος ανούσιος περιττός ευτελής ελάχιστος ευκαταφρόνητος πενιχρός δευτερεύων λίγος ολίγος μικρός ταπεινός κενός ελαφρύς φτηνός άσημος αδιάφορος ανεπαίσθητος ελάσσων ελεεινός μέτριος απαξιωμένος δευτερεύον λιλιπούτειος μηδενικός μικροσκοπικός
Αντώνυμα
σημαντικός ουσιώδης ουσιαστικός σπουδαίος αξιοσημείωτος φοβερός εντυπωσιακός βαρύς πολύτιμος λαμπρός ένδοξος αξιοθαύμαστος δεινός διακεκριμένος επιβλητικός επιφανής κολοσσιαίος κορυφαίος κριτικός μαγευτικός μεγάλος ολέθριος αξιόλογος διαπρεπής εξέχων καταλυτικός κυριότερος μεγαλειώδης μνημειώδης προεξέχων κρίσιμος καίριος καθοριστικός θεμελιώδης κομβικός ζωτικός σοβαρός τρομερός τεράστιος εκπληκτικός διάσημος ξεχωριστός διαστημικός βασικός δραματικός εκθαμβωτικός ενδιαφέρον επιτακτικός θαυμαστός θεϊκός μεγαλοπρεπής συγκλονιστικός εκτιμητός ενδιαφέρων επώνυμος ηχηρός θεαματικός περίφημος σεβάσμιος συνταρακτικός φημισμένος πρωτοκλασάτος μείζων καταπληκτικός επείγων απαραίτητος θείος γνωστός αστέρι κεντρικός ανώτερος ανησυχητικός εξαίρετος μοιραίος πρωταρχικός αισθητός διασημότητα επώδυνος
Παραδείγματα χρήσης
- Το λάθος ήταν ασήμαντο μπροστά στην καταστροφή.
- Η λεπτομέρεια αυτή ήταν ασήμαντη για την τελική απόφαση.
- Οι αντιρρήσεις τους φάνηκαν ασήμαντες όταν προέκυψαν πιο σοβαρά προβλήματα.
- Τα χρήματα που χάθηκαν ήταν ασήμαντα σε σχέση με τον συνολικό προϋπολογισμό.
- Τον θεωρούσαν ασήμαντο, αλλά τελικά απέδειξε την αξία του.