ουσιώδης
επίθετο1. Που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ή βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη, τη λειτουργία ή την επίτευξη ενός σκοπού.
2. Που επιδρά καθοριστικά στη συνολική αξιολόγηση, έκβαση ή ποιότητα ενός αντικειμένου, μιας κατάστασης ή μιας διαδικασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ουσιώδης προϋπόθεση για την επιτυχία είναι η συνέπεια.
- Το δικαστήριο θεώρησε ότι δεν υπήρχε ουσιώδης απόδειξη για την κατηγορία.
- Παρατηρήθηκε ουσιώδης βελτίωση στην υγεία του ασθενούς.
- Δεν παρατηρήθηκε ουσιώδης διαφορά στις μετρήσεις των δύο οργάνων.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε μια ουσιώδης αλλαγή στη διοίκησή της.