επείγων
επίθετο1. Που απαιτεί άμεση ενέργεια ή παρέμβαση λόγω σοβαρότητας, κινδύνου ή έντονης επιτακτικότητας.
2. Που δεν μπορεί να αναβληθεί και χρειάζεται ταχύτητα στην αντιμετώπιση ή στη λήψη απόφασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επείγων ασθενής μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
- Η επείγουσα εισαγωγή στο νοσοκομείο έγινε χωρίς καθυστέρηση.
- Το θέμα είναι επείγον και χρειάζεται άμεση απόφαση.
- Έστειλα μια επείγουσα ειδοποίηση σε όλους τους συνεργάτες.
- Οι επείγουσες παραγγελίες θα εξυπηρετηθούν πρώτες.
- Τα επείγοντα περιστατικά διακομίστηκαν στο πλησιέστερο νοσοκομείο.