λαμπρός
επίθετο1. Που εκπέμπει ή αντανακλά έντονο φως.
2. Που διακρίνεται για εξαιρετική ευφυΐα, ικανότητα ή επίδοση.
3. Που προκαλεί θαυμασμό με μεγαλοπρέπεια ή εντυπωσιακή εμφάνιση.
4. Που γίνεται εύκολα κατανοητός ή αντιληπτός.
Συνώνυμα
λαμπερός φωτεινός αστραφτερός φαεινός διαπρεπής επιφανής ένδοξος εξαίρετος έξοχος ευφυής λαμπρότατος εντυπωσιακός εκπληκτικός εκθαμβωτικός εξαίσιος επιβλητικός θαυμάσιος θεϊκός μεγαλοπρεπής στολισμένος εξέχων ηλιόλουστος μεγαλειώδης περίφημος υπεροχός υπέροχος έξυπνος θαυμαστός σπουδαίος αξιοθαύμαστος αρχοντικός αριστουργηματικός διάσημος άριστος διακεκριμένος επιτυχημένος κορυφαίος υποδειγματικός θεσπέσιος γαμάτος γιορτινός επιτυχής επώνυμος τιμημένος χαρισματικός φαντασμαγορικός
Αντώνυμα
σκοτεινός θαμπός άσημος ασήμαντος ανόητος ηλίθιος μέτριος αχνός ζοφερός αμυδρός αμαθής αδαής άθλιος ντροπιαστικός σκούρος γκρίζος ελεεινός αξιολύπητος ατιμασμένος πένθιμος σκοτεινιασμένος ταπεινός μίζερος ανούσιος χάλια πτωχός απλοϊκός απαίσιος αδιαφανής άσχημος αποτρόπαιος σκιώδης ομιχλώδης ταλαίπωρος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ήλιος ήταν λαμπρός στον καθαρό ουρανό.
- Το φεγγάρι έκανε τη θάλασσα λαμπρή.
- Ήταν ένας λαμπρός επιστήμονας που ανέπτυξε μια νέα θεωρία.
- Η τελετή ήταν λαμπρή και συγκινητική.
- Έχει ένα λαμπρό μέλλον μπροστά του.