λίγος
επίθετο1. Που έχει μικρή ποσότητα, αριθμό ή έκταση σε σχέση με το συνηθισμένο ή το αναμενόμενο.
2. Που είναι ανεπαρκής για να καλύψει ανάγκη, σκοπό ή προσδοκία.
3. Που εκδηλώνεται με μικρή ένταση, διάρκεια ή περιορισμένη έκφραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλε λίγο αλάτι στο φαγητό.
- Υπήρχαν μόνο λίγοι φίλοι στο πάρτι.
- Μείνε λίγο ακόμα, να τελειώσουμε τη συζήτηση.
- Άφησε λίγη ώρα για ξεκούραση πριν συνεχίσεις.
- Το βιβλίο ήταν λίγο βαρετό.