μείζων
επίθετο1. Που είναι μεγαλύτερος σε μέγεθος, αριθμό, βαθμό ή ένταση σε σύγκριση με κάτι άλλο.
2. Που έχει μεγαλύτερη σημασία, βαρύτητα ή προτεραιότητα σε συγκεκριμένο πλαίσιο.
Συνώνυμα
σημαντικότερος μεγαλύτερος κυριότερος σπουδαιότερος πρωτεύων προεχών ανώτερος κορυφαίος κυρίαρχος υπέρτερος υπερέχων κύριος σημαντικός πρωτεύον σημαίνων κρίσιμος καίριος
Αντώνυμα
ελάσσων μικρότερος ήσσων δευτερεύων υποδεέστερος ασήμαντος μικρός λιγότερος επουσιώδης δευτερεύον ευτελής ελάσσωνος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μείζων κίνδυνος για την περιοχή είναι οι πλημμύρες.
- Η μείζων αντιπολίτευση απαίτησε έκτακτη συνεδρίαση.
- Η κλίμακα μείζων είναι βασική στη δυτική μουσική.
- Αυτή η μεταρρύθμιση αποτελεί μείζων πρόκληση για τη διοίκηση.
- Το ζήτημα έχει μείζων σημασία για την εθνική ασφάλεια.