επώνυμος
επίθετο1. Που φέρει ή αποδίδει το όνομα κάποιου ή κάποιου πράγματος σε πρόσωπο, αντικείμενο, έργο ή επιχείρηση, και χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ταυτότητα ή την προέλευση.
2. Που αναγνωρίζεται ή ταυτοποιείται κυρίως από το όνομά του.
Συνώνυμα
διάσημος φημισμένος περίφημος διακεκριμένος γνωστός δημοφιλής επιφανής διαπρεπής πρωτοκλασάτος προβεβλημένος αναγνωρίσιμος μαρκαρισμένος μαρκάτος σταρ καταξιωμένος λαμπρός λαμπερός αστεράτος γκλαμουράτος μοδάτος σπουδαίος κορυφαίος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συγγραφέας έγινε επώνυμος μετά τη βράβευσή του.
- Η ψηφοφορία θα είναι επώνυμη, γι' αυτό χρειάζεται ταυτότητα.
- Αγοράσαμε επώνυμα παπούτσια επειδή έχουν καλύτερη ποιότητα.
- Πολλοί επώνυμοι καλλιτέχνες παραβρέθηκαν στην πρεμιέρα.
- Η εταιρεία συνεργάζεται αποκλειστικά με επώνυμες μάρκες.