απαξιωμένος

επίθετο

1. Που έχει χάσει την αξία ή την εκτίμησή του σε σχέση με το παρελθόν ή με το αναμενόμενο, σε οικονομικό, κοινωνικό ή ηθικό επίπεδο.

2. Που αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση ή δεν του αποδίδεται σεβασμός, θεωρούμενος ασήμαντος.

Συνώνυμα

περιφρονημένος καταφρονημένος υποτιμημένος ταπεινωμένος εξευτελισμένος ατιμασμένος παραγκωνισμένος αποδοκιμασμένος ξεφτιλισμένος διασυρμένος αγνοημένος περιθωριοποιημένος υποβαθμισμένος εξοστρακισμένος ανυπόληπτος παραμελημένος μειωμένος ασήμαντος απομονωμένος παρατημένος περιφερόμενος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπάλληλος ένιωσε απαξιωμένος μετά το σχόλιο του προϊστάμενου.
  • Ο εξοπλισμός του εργοστασίου είναι απαξιωμένος και χρειάζεται αντικατάσταση.
  • Ο πολιτικός έμεινε απαξιωμένος μετά τις αποκαλύψεις για τη διαφθορά.
  • Ο ισχυρισμός του κρίθηκε απαξιωμένος από την επιστημονική κοινότητα.
  • Ο τίτλος της εταιρείας θεωρείται απαξιωμένος στη δευτερογενή αγορά.